Παίζουν: Κέιτ Μπλάνσετ, Ρούνι Μάρα, Κάιλ Τσάντλερ, Σάρα Πόλσον
Στορυ: Ο ερωτας της πωλήτριας σε σουπερ-μάρκετ Τερέζ Μπελιβέτ( Ρούνει Μάρα) με την αστή Κάρολ Ερντ ( Κέιτ Μπλάνσετ) τα Χριστούγεννα του 1952 στη Νέα Ύόρκη.
Ο Τοντ Χέινς μεταφέρει με «ευλάβεια» -από ο,τι γράφεται διότι δεν εχω διαβάσει τη νουβέλα που πάνω της βασίζεται η ταινία – τη νουβέλα της Πατρίτσια Χάισμιθ που διαδραματίζεται την ίδια εποχή( Τα Χριστούγεννα του 1952 στο Μανχάταν) και έχει αυτοβιογραφικά της στοιχεία διότι εκεί -όπως γράφουν-ήταν πωλήτρια το 1950 η Αμερικανίδα συγγραφέας.
Το κυρίαρχο επίπεδο της ταινία είναι το ρομαντικό-ανθρώπινο που διαδραματίζεται με φόντο το κοινωνικό που από την μία έχει την αγάπη ( στη γιορτή της γέννησης του Χριστού) αλλά από την άλλη και τα συντηρητικά πρότυπα για την ομοφυλοφιλία, των οποίων φορείς είναι οι άνδρες που στην ταινία παρουσιάζονται μάλλον αρνητικοί και αρκετά ρηχοί. Ο Χέινς κινηματογραφεί με «τρυφερά» πλάνα, κοντινά των ηρωίδων, πολλές φορές μη συβατικά, αρκετές φορές με τα πρόσωπα πίσω από γεμάτα σταγόνες τζάμια, άλλες γεμίζοντας το κάδρο του με λεπτομέρειες του προσώπου τους, με ολοφάνερη ιμπρεσσιονιστική διάθεση. Τα υπέροχα μουσικά μοτίβα του Κάρτερ Μπάργουελ παίζουν μεγάλο ρόλο στη δημιουργία της ρομαντικής ατμόσφαιρας.
Ο Χέινς, ανελικτικά, μας βάζει να ταυτιστούμε με τις ανάγκες για τρυφερότητα, επικοινωνία και αγάπη των δύο ηρωίδων. Από τα βλέμματά τους, περνά στα αρώματα, στα παιχνίδια στο δωμάτιο που μένουν μαζί, στα αμυδρά αγγίσματα, μέχρι να μας οδηγήσει παραδομένους στην υπέροχη ερωτική σκηνή.
Παίρνοντας αποστάσεις από το σεξουαλικό νατουραλισμό της «Ζωής της Αντέλ» μας παραδίδει ένα ποίημα για τον έρωτα.
Η δομή της ταινίας συνδυάζει τη γραμμική με τη μη-γραμμική αφήγηση. Από τη στιγμή που οι ηρωίδες φεύγουν μαζί για ταξίδι, σαν να χάνουμε τον ειρμό της ιστορίας, σαν να βλέπουμε ένα road movie που φτάνει μεχρι τα όρια της νουβέλ βάγκ. Το ρομαντικό επίπεδο το διακόπτει –σοφά- το επίπεδο της πραγματικότητας( ο σύζυγος που με τα ασφαλιστικά μέτρα του εκβιάζει τη γυναίκα του με το φόβο ότι δεν θα βλέπει το παιδί της). Ο Χέινς μας προσγειώνει απότομα στο συντηρητικό πλαίσιο του 1952, μέσα στο οποίο η ομοφυλοφιλία θεωρείται ανήθικη και χρήζει ψυχιατρικής παρακολούθησης.
Η βασική ηρωίδα (Κέιτ Μπλάνσετ) υπέροχη στο ρόλο της( απορώ γιατί πήρε βραβείο η Ρούνει Μάρα και όχι εκείνη), αστή χωρίς οικονομικά προβλήματα, είναι εκείνη που παίρνει τις πρωτοβουλίες και καθορίζει την πορεία της σχέσης. Εκείνη στο τέλος θα απορρίψει τον εκβιασμό του κόσμου των ανδρών αποδεχόμενη τις επιθυμίες της, σε τελευταία ανάλυση το δικαίωμα να είναι ελεύθερη και ευτυχισμένη.
Ο Τέντ Χέινς, λοιπόν, υπογράφει ένα ανθρωποκεντρικό διαμάντι τρυφερότητας, ρομαντισμού, ξεπερνώντας με μαεστρία το σκόπελο του μελό και του ερωτικού δράματος.
Υ.Γ: Βρίσκω περιττό να γράψω ότι όλα τα άλλα στοιχεία της ταινίας( κουστούμια, φωτογραφία, μακιγιάζ, επιλογή χώρων, σκηνικά κ.α.) είναι άψογα δουλεμένα.