La grande bellezza

Σκηνοθεσία: Πάολο Σορεντίνο- Ιταλία-2013- 142′
Παίζουν: Τόνι Σερβίλο, Κάρλο Βερντόνε, Σαμπρίνα Φερίλι
«Όλα υπάρχουν κρυμμένα κάτω. Οι τσακισμένες αστάθειες, οι πινελιές ομορφιάς. Και έπειτα η αξιολύπητη, εξαθλιωμένη και μίζερη ανθρωπότητα»

(Από την εισαγωγή της ταινία που ο ήρωας μας Τζέπ Γκαμπαρντέλα( Τόνι Σερβίνο) μας κοιτάζει στα μάτια όπως στα ντοκιμαντέρ).

Από την πρώτη σκηνή, στην οποία καθορίζεται και χρόνος που διαδραματίζεται η ταινία ( το μίζερο σήμερα) καταλαβαίνεις ότι ο Σορεντίνο παίζει με τις αντιθέσεις. Από τη μία το μνημείο της Ρώμης και από την άλλη ο άστεγος που λιποθυμά μπροστά του, μάλλον από την πείνα. Οι μοναχές, που είναι το light motive της ταινίας, εχουν επισκεφτεί το Ελληνοχριστιανικό μνημείο. Μετά την πρώτη σκηνή που «ντύνεται» με εκκλησιαστική μουσική περνάμε με κοφτό μοντάζ, δηλαδή χωρίς να εχει τελειώσει η σκηνή, στην ταράτσα του Τζέπ Γκαμπαρντέλα που γίνεται πάρτυ με φόντο το Κολοσσαίο. Ο ήρωάς μας από το σαλόνι του, αυτό το μνημείο της Ρώμης βλέπει. Από το ιερό, λοιπόν ( εδώ η εκλλησιαστική μουσικη και η αιωνιότητα του μνημείου) περνάμε απότομα στο βέβηλο, στο πάρτυ των παρηκμασμένων και βολεμένων καλλιτεχνών κυρίως της τηλεόρασης, στους πλούσιους που δεν εχουν τίποτα άλλο να κάνουν από το να κουνήσουν το κορμί τους υπο τα μπίτ της τρας μουσικής ή τις μελωδίες της Ραφαέλα Καρά.
Ο Τζέπ Γκαμπαρντέλα( δημοσιογράφος που παλιά εχει γράψει ένα και μοναδικό βιβλίο, «Το ανθρώπινο σύστημα») από τη μία συμμετέχει και ζεί με αυτά τα ανούσια πάρτυ αλλά από την άλλη θέλει να τα καταστρέφει, να τα απομυθοποιει. Χαρακτηριστική η σκηνή που ξεσκεπάζει τη στάρ του «ακτιβιστικού μαρξισμού» και το πώς έγραψε τα βιβλία της καθώς και πως πέτυχε τη συμμετοχή της στην τηλεόραση( με τη βοήθεια του άνδρα της που ήταν υψηλόβαθμο στέλεχος του Κομμουνιστικού Κόμματος).
Ο Τζέπ εχοντας μελαγχολικό Μπωντλερικό ύφος, όπως ο Μαστρογιάννι στην «Ντότσε Βίτα» του Φελίνι, περιπλανιέται στη βραδινή Ρώμη της Πιάτσα Ντε Σπάνια και της Πιάτσα Ναβόνα. Μεταφέρει το «άδειο του σώμα» που μοιάζει μάλλον με το τίποτα (Κάποια στιγμή λέει ότι «Ο Μπωντλάιρ προσπάθησε να γράψει για το τίποτα και δεν μπόρεσε, και θα το κάνω εγώ; ). Η αρμονία, το αισθητικό μέτρο υπάρχει μόνο στα μνημεία που επισκέπτεται ο ήρωας που είναι θαμένα στο κάτω. Όταν γνωρίζει τη Ραμόνα(Σαμπρίλα Φερίλι) , την κόρη του παλιού του φίλου που φιλοσοφεί ενώ είναι υπεύθυνος μπαρ με στριπτήζ, την πηγαίνει το βράδι στο Μπαμπερίνι που είναι θαμμένη η «Φορναρίνα» του Ραφαήλ σαν να μας λέει ότι το ιερό είναι χαμένο και στιγμιαίο, σαν το φως του φακού που με ένα πέρασμά του μας αφήνει να αναγνωρίσουμε τον αριστουργηματικό πίνακα.
Το ιερό είναι η πνευματικότητα και το βέβηλο είναι η ρηχότητα του Καρδιναλιου που το μόνο που ξέρει είναι να λέει συνταγές.
Ο τίτλος «Τέλεια ομορφιά» ειναι ρεαλιστικός και συγχρόνως πικρά ειρωνικός. Είναι πικρά ειρωνικός για το όμορφα μνημεία που μάλλον εχουν αφεθεί στην αντοχή τους με το χρόνο και ρεαλιστικός για την ανάμνηση του πρώτου έρωτα του Τζεπ που μας παραπέμπει στο φινάλε της «Ντότσε βίτα», όταν ο Μαστρογιάννι ( να θυμίσω ότι υποδείεται τον φωτογράφο) κατά τη διάρκεια της ταινίας γυρνά με τους παρηκμασμένους αστούς και στο τέλος καταλήγει στην παραθαλάσσια ταβέρνα οπου γνωρίζει την απλή, νεαρή και όμορφη σερβιτόρα που με την οποία όμως δεν μπορεί να επικοινωνήσει σαν να εχει αλλοτριωθεί εντελώς από την επαφή του με την παρακμή.
Η «τέλεια ομορφιά» είναι η ομορφιά των μνημείων της Ελληνορωμαιοχριστιανικής Ευρώπης, είναι η ομορφιά της ψυχής της πανάσχημης Αγίας Μαρίας που βιώνει τη φτώχια για να μπορεί να μιλάει γι αυτήν ( σας παραπέμπει σε κάτι αυτό;) – στην υπέροχη σκηνή που όλοι φλυαρούν για την Αγία Μαρία που νομίζουμε ότι είναι μουγκή αλλά μας διδάσκει στο τέλος με τη συμπεριφορά της.
Τέλος, η «Τέλεια ομορφιά» είναι το γλυκό, μελαγχολικό εφηβικό πρόσωπο του πρώτου έρωτα του Τζεπ που τον αναπολεί στο φινάλε της ταινίας. Είναι η θέα του στήθους που χαρίζει στο Τζεπ, νεαρό και πολύ όμορφο τότε, με το λιγοστό πια φως της ημέρας, δίπλα στην αιώνια ερωμένη τη θάλασσα, λίγο πριν το σκοτάδι μας αφαιρέσει ακόμα μια ημέρα από τη μικρή ζωή μας.