Wadjda

Σαουδική Αραβία-2012- Εγχρωμο-98΄

Σκηνοθεσία: Χάίφα Αλ Μανσούρ

«Η φωνή της γυναίκας είναι η γύμνια της»

Αυτό λέει η Χάσα, η δασκάλα της κεντρικής ηρωίδας της ταινίας Γουάντζα(Γουάμ Μωχάμεντ) που είναι 12 ετών μαθήτρια και ζει με τη μητέρα της(Ρημ Αμπντλάχ) σε ένα μεσοαστικό προάστιο του Ριάντ, της πρωτεύουσας της Σαουδικής Αραβίας. Δεν είναι παράλογο για μια χώρα σαν τη Σαουδική Αραβία που η Σουνίτικη ηθική σε κάποιες –ευτυχώς- ακραίες περιπτώσεις επιβάλει και αυτό. Δηλαδή η γυναίκα να μην μιλάει διότι με αυτό τον τρόπο παρεμβαίνει στον κόσμο των ανδρών. Εξάλλου όλο το σώμα της γυναίκας είναι καλυμμένο από το θρησκευτικό ρούχο που επιβάλλει το κοράνι, την αμπάγια, η οποία φτάνει μέχρι τον αστράγαλο. Η Χάιφα Αλ Μανσούρ, χωρίς κορυφώσεις και εξάρσεις με κάμερα πολλές φορές στο χέρι, με κοντινά πλάνα προσεγγίζει με τρυφερότητα την καθημερινότητα της Γουάντζα, στο σχολείο και στο σπίτι. Η Γουάντζα δεν φοράει τα πρέποντα απλά και άχρωμα γοβάκια αλλά αθλητικά παπούτσια, ακούει ροκ μουσική ( την οποία η μητέρα της αποκαλεί ως όργανο του σατανά) πηγαίνει στο σχολείο με την αμπάγια αλλά χωρίς μαντίλα παρά τις παρατηρήσεις που της κάνει η δασκάλα της. Το όνειρό της είναι να αγοράσει κάτι απαγορευμένο για κορίτσια στη Σαουδική Αραβία: ένα ποδήλατο. Το ποδήλατο, στον νέο-ρεαλιστικό «Κλέφτη Ποδηλάτων» του Βιττόριο Ντε Σίκα είναι απαραίτητο για την επιβίωση του ήρωα σε συνθήκες μαζικής φτώχειας και μιζέριας. Εδώ είναι σύμβολο ελευθερίας και εξίσωσης της γυναίκας με τον άνδρα( τον ίδιας ηλικίας φίλο της Αμπντουλάχ που την αναγκάζει να τον κυνηγά ενώ εκείνος είναι πάνω στο ποδήλατο).

Η Μανσούρ ρίχνοντας βάρος όχι στην ηθοποιία (ξεχωρίζει πάντως η ερμηνεία της Γουάμ Μωχάμεντ) αλλά στο διάλογο και στα βλέμματα των ηρώων, μας παρουσιάζει με νεορεαλιστικό ύφος την περιθωριακή θέση της γυναίκας, την κυριαρχία της θεοκρατικής αντίληψης, το διπλό περίβλημα της καθημερινής ηθικής. Η αμπάγια και η μαντίλα(που καλύπτει το πρόσωπο) χρησιμοποιείται για τη δημόσια εμφάνιση της γυναίκας αλλά στο σπίτι φοράει το μπλου-τζην. Τα γιαπωνέζικα αυτοκίνητα και το κινητό τηλέφωνο συνυπάρχουν με την απαγόρευση στις γυναίκες να κάθονται σε μέρος που να τους βλέπουν ανδρες. Το κοράνι είναι το θρησκευτικό φετίχ που δεν πρέπει να το αγγίζει η γυναίκα όταν έχει περίοδο ούτε να αφήνεται ανοιχτό για να μην το μολύνει ο σατανάς. Η μητέρα της Γουάντζα που είναι δασκάλα, περιμένει μάταια –σχεδόν τον παρακαλά στο τηλέφωνο- να έρθει ο σύζυγός της για να τη δει. Εκείνος ψάχνει άλλη γυναίκα για να παντρευτεί για να μπορέσει να του κάνει τον διάδοχο, το γιό.

Οι χώροι που διαδραματίζεται η ταινία είναι λίγοι, ενδεικτικοί: το σαλόνι και το παιδικό δωμάτιο της μεσοαστικής οικογένειας, οι κάτασπροι τσιμεντένιοι δρόμοι του προαστίου που μένουν, και η εργατική φτωχογειτονιά του Ικμπάλ( οδηγού της οικογένειας), σημάδια κοινωνικής ανισότητας που συγχρόνως συμβολίζουν τις λίγες επιλογές της γυναίκας. Μόνο στο φινάλε της ταινίας, όταν η Γουάντα έχει αποκτήσει το ποθητό ποδήλατο, η κάμερα με ανοιχτό κάδρο και με τη βοήθεια της μουσικής, για πρώτη φορά, οδηγούν το βλέμμα μας στην άκρη της συνοικίας, πάνω από την πόλη, στο μεγάλο ασφαλτόστρωτο δρόμο που οδηγεί μακριά, ίσως σε άλλη χώρα. Αυτό είναι και το «μικρό παράθυρο» της σκηνοθέτιδας, μέσω της νέας γενιάς, σε ένα μελλοντικό κόσμο που η γυναίκα θα είναι ελεύθερη.