Η ζωή για τον Τσάπλιν «είναι κωμωδία σε γενικό πλάνο και τραγωδία σε γκρο πλάνο». Ο ήρωάς του, ο Σαρλώ, είναι ο συναισθηματικός αναρχικός της κοινωνίας που δεν διανοήθηκε να προδώσει τις αρχές της, ο αλήτης με συμπεριφορά τζέντλεμαν( Σωτήρης Δημητρίου), η πλέον κλασική φιγούρα στην κινηματογραφική μνήμη των θεατών όλου του κόσμου

του Δημήτρη Μπουρνούς

Μπήκα με την πλάτη προς το κοινό – αυτό ήταν δική μου ιδέα. Από πίσω έδειχνα άψογος. ντυμένος με φράκο, ψηλό καπέλο, μπαστούνι και κοντές γκέτες – ο τυπικός εδουαρδιανός κακός. Έπειτα γύρισα και φάνηκε η κόκκινη μύτη μου. Ακούστηκαν γέλια. Μ’ αυτό κέρδισα τη συμπάθεια τον κοινού. Σήκωσα τους ώμους μου μελοδραματικά. Μετά χτύπησα τα δακτυλά μου και έκανα μεταβολή πάνω στη σκηνή πέφτοντας πάνω σε έναν αλτήρα. Τότε το μπαστούνι μου μπλέχτηκε σ’ έναν όρθιο σάκο του μποξ που ‘γύρισε πίσω και μου έριξε μια στο πρόσωπο».

Έτσι περιγράφει ο Σερ Τσάρλι Τσάπλιν την πρώτη φορά που έκανε το κοινό να γελάσει. Ήταν το μπουρλέσκ «Ματς ποδοσφαίρου» στο θεατρικό θίασο του Φρεντ Κάρνο στο Λονδίνο. Ηλικία: 17 ετών. Αμοιβή: 3 λίρες και 10 σελίνια την εβδομάδα. Είναι η αρχή για τον Τσάπλιν, τον μυθικό Σαρλώ!

Τα παιδικά χρόνια του Τσάρλι

Γεννημένος στο Λονδίνο το 1889 από γονείς τραγουδιστές δεν θα δει παρά λίγες φορές τον πατέρα του. Η μητέρα του, χωρίς τον κ. Τσάπλιν (έτσι θα προσφωνήσει ο μικρός τον πατέρα του μια φορά που θα τον δει στο δρόμο, αφού τους είχε αφήσει από καιρό), αναγκάζεται να ράβει για να ζήσουν, δουλεύοντας με το κομμάτι για κάποιο εργαστήριο. .Ο Τσάπλιν γίνεται εφημεριδοπώλης, τυπογράφος, υπάλληλος ιατρείου αλλά και ηθοποιός, ενώ ένα διάστημα θα κλειστεί μαζί με τον αδελφό του Σίντνεϊ σε ορφανοτροφείο, όταν η μητέρα τους θα νοσηλευτεί σε ψυχιατρική κλινική στο Κέιν Χιλ. Ό πατέρας του, εξάλλου, έχει πεθάνει από αλκοολισμό. Βγαίνοντας πάλι στους δρόμους, καταφεύγει στο θέατρο για να ζήσει και να ξεφύγει από την κατάθλιψη. Πάνω στη σκηνή, σε ένα μικρό ρόλο ένα μικρό ρόλο στην επιθεώρηση «Σκέιτινγκ» θα τον δει ο Αλφ Ριβς, ο μάνατζερ του Κάρνο και θα τον πάρει μαζί του στην Αμερική. Εκεί ο Μακ Σένετ που είχε καθιερώσει από το 1912 τις κωμωδίες σλάπστικ( κωμωδίες με κυνηγητά, καταδιώξεις, τουρτοπόλεμους, καταστροφές κτηρίων και σπιτιών), θα ενθουσιαστεί τόσο με το παίξιμο του Τσάρλι στο ρόλο του μεθύστακα στην κωμωδία «Μια νύχτα στο κλαμπ». ώστε με – τα από διαπραγματεύσεις να πάρει την υπογραφή του Τσάπλιν για ένα συμβόλαιο ενός χρόνου. Σύμφωνα μ’ αυτό, ο ηθοποιός έπρεπε να εμφανιστεί σε τρία φιλμ, με αμοιβή εκατόν πενήντα δολάρια τους πρώτους τρεις μήνες και εκατόν εβδομήντα πέντε τους υπόλοιπους εννιά. Θα έπρεπε να τελειώσουν τα γυρίσματα για να μετακομίσει στο Λος Άντζελες.

Και εγεννήθη Σαρλώ!

Δεν έχουμε σενάριο. Παίρνουμε μια ιδέα και αφήνουμε τα πράγματα να κυλήσουν μέχρι να φτάσουμε σε ένα κυνηγητό που είναι η ουσία της κωμωδίας μας», είπε ο Σένετ στον Τσάπλιν. Ο τελευταίος προτίμησε να μην απαντήσει κι ας πίστευε ότι το κυνηγητό εξαφανίζει την προσωπικότητα του ηθοποιού. Στην ταινία της κινηματογραφικής εταιρείας Κιστόουν. «In kid auto races at Venice» (19Ι4), εκμεταλλευόμενος την απουσία του Σένετ, ο Τσάπλιν προσπαθεί να υλοποιήσει τις ιδέες του. Έτσι, παρεμβαίνει στο σενάριο και εφευρίσκει διάφορα τρυκ νια να κάνει το κοινό να γελάσει, παίζοντας το ρόλο ενός δημοσιογράφου.

«Βάλε ένα αστείο μακιγιάζ. Οτιδήποτε!»· του είπε με την επιστροφή του ο Σένετ, που φαίνεται ότι του καλάρεσαν οι παρεμβάσεις του Τσάπλιν. Ο Τσάρλι τον άκουσε και επέλεξε αντιφατικά ρούχα για την εμφάνισή του. Φαρδύ παντελόνι, στενό σακάκι, μικρό καπέλο και μεγάλα παπούτσια. Για να φαίνεται δε μεγαλύτερος, σύμφωνα πάλι με τις προτροπές του Σένετ που τρόμαξε μόλις έμαθε τη μικρή του ηλικία ου ηλικία, πρόσθεσε και ένα μικρό μαύρο μουστάκι. Είχε μόλις αρχίσει η ζωή του αλήτη ήρωα των ταινιών ‘ του. Η συνέχεια της καριέρας του θα παιχθεί στην ταινία που σκηνοθετούσε η ηθοποιός Μέιμπλ Νόρμαντ. Θα συγκρουστεί μαζί της γιατί εκείνη ήθελε να βρέξει με μια μάνικα το αυτοκίνητο του κακού για να γλιστρήσει στο δρόμο, ενώ εκείνος ήθελε να γίνει καλύτερο το γκάγκ. Ήθελε να πατήσει με το πόδι τη μάνικα, ώστε τη στιγμή που ο κακός θα έβλεπε στο στόμιό της να την αφήσει για να τον καταβρέξει. Το θέμα φτάνει μέχρι τον Σένετ. «Το καλύτερο είναι να με αφήσετε να κανονίζω μόνος μου το δικό μου παίξιμο και δεν θα έχουμε κανένα πρόβλημα», λέει ο Τσάπλιν στον Σένετ, για να ερωτηθεί από τον παραγωγό: «και ποιος θα πληρώσει για το φιλμ, αν δεν μπορέσουμε να πουλήσουμε;» «Πληρώνω εγώ», απάντησε αμέσως ο Τσάπλιν, «Θα καταθέσω χίλια πεντακόσια δολάρια σε όποια τράπεζα θέλετε και αν δεν έχουμε επιτυχία, μπορείτε να τα κρατήσετε!» Έτσι άρχισε να ελέγχει τη δουλειά του ο κατόπιν επιχειρηματίας και πολυεκατομμυριούχος κωμικός.

Η παντομίμα των Βρετανικών μιούζικ χολ ήταν η βάση της δουλειά του. Οι χαρακτήρες που κατόπιν θα δημιουργήσει, με τ καμαρωτό βάδισμα, το κούνημα του μπαστουνιού και το βάδισμα μπρος πίσω, θα έδιναν νόημα στην παντομίμα. Τα κυνηγητά στα τραμ και στις στέγες των σπιτιών θα τα αντικαταστήσουν οι ονειροπολήσεις των μοναχικών, ρομαντικών και πεινασμένων ηρώων που ωστόσο θα μας χάνουν να γελάμε. Ήταν ένα στυλ έξω από τον κόσμο του Σένετ, που χρησιμοποιούσε το στούντιο βγάζοντας δύο φιλμ την εβδομάδα και μη επιτρέποντας πάνω από 10 σκηνές για κάθε φιλμ!

Ένας σταρ ανατέλλει, μετρώντας στα 25 του κατακτήσεις από πολλές πανέμορφες γυναίκες, όπως οι Μαίρη Πίκφορντ, Μπλανς Σουίτ, Μίριαμ Κούπερ. Κλάρα Κίμπολ Γιανγκ, Γκις Σίστερς.

Στο ενεργητικό του θα έχει περίπου 70 ταινίες όταν θα φτάσει στον «Αλήτη», την ταινία που για πρώτη φορά θα κλείσει με μια κλωτσιά του ποδιού κι ένα στριφογύρισμα του μπαστουνιού σ έναν έρημο δρόμο.

Η χρυσή εποχή

Χωρίς να πει αντίο σε κανέναν, to 1916 αφήνει την Kιστοούν και μετακομίζει στην Εσενέϊ Κόμπανι, με 1250 δολάρια αμοιβή την εβδομάδα. Η αγορά στο μεταξύ έχει γεμίσει με καρτούν, ποιήματα για το Σαρλώ, κούκλες και παιχνίδια με τη φιγούρα του αλήτη ήρωά του. Ακολουθεί η Μιούτσουαλ Κόμπανι και το συμβόλαιο των 670.000 δολαρίων με όρο να δημιουργήσει 12 ταινίες. Στο συνεργείο του βρίσκονται η ηθοποιός που θα δουλέψει μαζί του σε όλη την καριέρα της, η Εντνα Περβάινς, ο Ερικ Κάμπελ, ο Λόιντ Μπέικον κ.α. Η πρώτη του κιόλας ταινία, η «Κυλιόμενη σκάλα» γνωρίζει μεγάλη επιτυχία. Το κοινό ξεκαρδιζόταν στα γέλια. Ουσιαστικά έπαιζε μια κυλιόμενη σκάλα σ’ ένα πολυκατάστημα. Όλα τα γκάγκ γίνονταν μπροστά σε αυτήν. Την ταινία εμπνεύστηκε από κάποιον που είδε να κατρακυλά στις κυλιόμενες σκάλες. Έτσι έδωσε εντολή να βάλουν σκάλες στο στούντιο της Μιούτσουαλ στο Λος Άντζελες. Έκανε δεκάδες πρόβες κατεβαίνοντας με το χαρακτηριστικό περπάτημα προς τα πάνω, των ποδιών του. Μετά επιτάχυνε το φιλμ κατά τη διάρκεια της προβολής. Η πιο αστεία της σκηνή είναι εκείνη που το μπαστούνι του μπερδεύεται στην περιστρεφόμενη πόρτα του πολυκαταστήματος. Μόλις το ξεμπλέκει πέφτει με φόρα πάνω σε ένα καροτσάκι του οποίου ο πελάτης εκσφενδονίζεται με ταχύτητα για να βυθιστεί το κεφάλι του σε μια γούρνα νερού. Αυτό το γκάγκ δημιουργεί ακράτητα γέλια.

Το 1917 φεύγει από τη Μούτσιουαλ και πηγαίνει στη Φέρστ Νάσιοναλ. Η αμοιβή του είναι πλέον 1 εκατομμύριο 200 χιλιάδες δολάρια για 8 ταινίες. Ο Τσάρλι μπαίνει στην τάξη των εκατομμυριούχων. Αποκτά γραμματέα, υπηρέτη, αυτοκίνητο και σοφέρ. «Καθώς περνούσα έξω από μία έκθεση αυτοκινήτων πρόσεξα μια επταθέσια Λοκομόμπιλ, που τότε θεωρούνταν το καλύτερο αυτοκίνητο στην Αμερική. Μπήκα στο κατάστημα και ρώτησα: Πόσο κάνει;»

«Τέσσερις χιλιάδες εννιακόσια δολάρια» ήταν η απάντηση. «Τυλίξτε το» είπε ο Τσάπλιν και έφυγε ευχαριστημένος.

Είναι η εποχή που το Χόλυγουντ είναι κέντρο διερχομένων για τους συγγραφείς, μουσικούς, ηθοποιούς. Ο Τσάπλιν γίνεται φίλος με τον Ντάγκλας Φέρμπανκς που αυτή την περίοδο ήταν ερωτευμένος με τη Μαίρη Πίκφορντ. Είναι εποχή που ο Τσάπλιν θεωρεί το σεξ και τις γυναικοδουλειές διάλειμμα στη δουλειά του αλλά συγχρόνως επιθυμεί μια σύζυγο. Κάπου στα 1917 θα γνωρίσει και θα παντρευτεί την Μίλντρετ Χάρις, δέκα χρόνια μικρότερή του, με αμφιβολίες αν θα βρισκόταν στο μέλλον πάντοτε κοντά της.

Για τη Μίλντρεντ ο γάμος ήταν βατήρας επαγγελματικής αναρρίχησης αφού αμέσως μετά θα κάνει συμβόλαιο με την MGM. Δεν θα περάσει πολύς καιρό και ο Τσάπλιν θα αρνηθεί να μεσολαβήσει στον Λούις της για να τη βοηθήσει σε κάποιες δυσκολίες, και χωρίζουν, για να πέσει με τα μούτρα πάλι στη δουλειά.

Οι μεγάλες δημιουργίες

To 1919 θα φτιάξει στο Χόλυγουντ το δικό του στούντιο για να κάνει πια ανενόχλητος τις ταινίες του. Αρχίζουν οι ταινίες μεγάλου μήκους.

Tο Dog’s life («Σκυλίσια ζωή») -1919 είναι ο παραλληλισμός της ζωής ενός αλήτη με τη ζωή ενός σκύλου. Εδώ ο Τσάπλιν προσέχει τα γκάγκ που επιλέγει να υπηρετούν την ιστορία της ταινίας. Σε κάθε κωμωδία ο αλήτης γινόταν και πιο σύνθετος. Το αίσθημα άρχισε να διεισδύει στο χαρακτήρα του, ενώ η φαρσοκωμωδία απαιτεί μια ιδιαίτερα ακριβή ψυχολογία.

«Την κωμική πλοκή την εύρισκα με πολύ απλό τρόπο. Δεν ήταν τίποτα άλλο από το να βάζω τους ανθρώπους σε μπελάδες ή να τους γλιτώνω από αυτούς» θα ομολογήσει. Μαζί με το γέλιο, ο μεγάλος κωμικός θα αρχίσει και να μας συγκινεί, να μας κάνει να αισθανόμαστε τον πόνο του άλλου. Με την εμφάνισή του στο «Χαμίνι» (The kid), 1921, ακούγονται γέλια που πολλαπλασιάζονται με γεωμετρική πρόοδο. Μία μητέρα εγκαταλείπει το παιδί της σε μια λιμουζίνα αλλά κλέφτες παίρνουν το αυτοκίνητο και αφήνουν το μωρό δίπλα σε έναν σκουπιδοτενεκέ. Ο Σαρλώ θα το υιοθετήσει. Στην πρώτη προβολή της ταινίας σε κοινό, στο Σορτ Λέικ Σίτυ, το κοινό παραληρεί. Από το 1919 ο Τσάπλιν με τον Ντάγκλας Φέρμπανς, τη Μαίρη Πίκφορντ και τον Ντέιβιντ Γουόρκ Γκρίφιθ θα φτιάχνουν την Γιουνάιτεντ Αρτιστς για να αντιμετωπίσουν τον ανταγωνισμό των διανομέων.

Από τη φρικιαστική τραγωδία της ομάδας Ντόνερ στα βουνά της Σιέρα Νεβάδα, που για να μην πεθάνουν από την πείνα οδηγήθηκαν στον κανιβαλισμό, εμπνέεται για να κάνει την πρώτη του υπερπαραγωγή, τον Χρυσοθήρα( «Gold Rush») το 1925. Τα γυρίσματα γίνονται στα χιονισμένα βουνά με μεταφορά τόνων υλικών και σκηνικών. Τελικά, επειδή τη μία μέρα χιόνιζε και την άλλη το χιόνι έλιωνε, ο Τσάπλιν έφτιαξε ένα στούντιο με ολόκληρο χωριό από χρυσοθήρες και χιόνι από αλάτι. Η πιο εμπνευσμένη σκηνή είναι το δείπνο με την μπότα. Τα κορδόνια και τα παπούτσια ήταν φτιαγμένα από γλυκάνισο και τα καρφιά από ζαχαρωτό. Μαζί με την Τζώρτζια Χέιλ αρρωσταίνουν από τα πολλά γλυκά και τα γυρίσματα καθυστέρησαν μερικές ημέρες. Η πρώτη προβολή της ταινίας στο «Στράντ Θίατερ» της Νέας Υόρκης θα γνωρίσει μεγάλη επιτυχία.

Η ταινία είναι ομιλούσα Ο ήχος στις ταινίες αναστατώνει τον Τσάπλιν. Οι περισσότεροι ηθοποιοί προσαρμόζονται στα ηχητικά φιλμ. Ξεκινούν τα γυρίσματα για τα «Φώτα της πόλης»(1925), με προβλήματα.

Οι ηθοποιοί χρονομετρούν πια τα λόγια τους και όχι την κίνηση όπως στην παντομίμα. Ο Τσάπλιν δυσκολεύεται να βρει ηθοποιό για να παίξει το ρόλο της τυφλής ανθοπώλισσας. Τελικά, τη βρίσκει στο πρόσωπο της Βιρτζίνια Τσέριλ. Τα γυρίσματα κρατάνε πάνω από ένα

χρόνο. Η Ταινία όμως τα πηγαίνει καλά. Στην πρεμιέρα του Λος Άντζελες, με την παρουσία και του Αϊνστάιν, θα συγκινήσει το κοινό.

Πτώση και φυγή

τα κρατάνε πάνω από ένα χρόνο. 11 ταινία όμως τα πηγαίνει καλά. Στην πρεμιέρα στο Λος Άντζελες, με την παρουσία και του Αϊνστάιν, 0α συγκινήσει το κοινό.

Παρά την επιτυχία που είχαν τα «Φώτα της πόλης» ο Τσάπλιν απογοητευμένος κάνει ταξίδια ο’ όλο τον κόσμο

Φτάνοντας μέχρι και την Κίνα. Δεν ήθελε ούτε να εγκαταλείψει το ρόλο του αλητάκου αλλά ούτε και να του δώσει φωνή. Σιχαινόταν τις νέες τεχνικές ήχου, τις βαριές κάμερες στο στούντιο.

To 1936 κάνει το μεγάλο βήμα. Περνάει στη σάτιρα της βιομηχανικής κοινωνίας με τους «Μοντέρνους καιρούς», αφήνοντας το ρόλο του αλήτη. Η ταινία άρεσε στο κοινό όμως οι δημοσιογράφοι ασχολούνται με το αν η ταινία είναι υπέρ ή κατά του κομμουνισμού. Τα πράγματα, κάτω από το κλίμα του πολέμου, θα γίνουν χειρότερα με τον «Δι-κτάτορα» («The great dictator»), 1940, ταινία με την οποία θα γελοιοποιήσει τον Χίτλερ. Από μερίδα του Τύπου κατηγορείται ανοιχτά ως κομμουνιστής και λαμβάνει συνέχεια απειλητικά γράμματα.

Με τον · «Κύριο Βερντού», το 1947, χάνει το κοινό του. Έχει παντρευτεί στο μεταξύ την Ούνα Ο’ Νιλ, κόρη του θεατρι-κού συγγραφέα Ευγένιου Ο’ Νιλ. Τον κατηγορούν επίσης γιατί δεν έχει πάρει, ενώ ζει τόσα χρόνια στην Αμερική, την αμερικανική υπηκοότητα. Μετά από γραφειοκρατικές διαδικασίες και γράμματα γλιτώνει την ακρόαση από την Επιτροπή Αντιαμερικανικών Ενεργειών. Το 1952 φεύγει έντονα ενοχλημένος από τη Νέα Υόρκη. Μετακομίζει με την Ούνα στο Λονδίνο και από εκεί στην Ελβετία. Στην Αμερική δεν θα γυρίσει πια παρά μόνο στα 1971 για να βραβευτεί για την προσφορά του στον κινηματογράφο, ενώ η τελευταία του ταινία, «Η κόμισσα του Χονγκ Κονγκ» («Α countess from Hong Kong·») φαντάζει αναχρονιστική μπροστά στις δημιουργίες του Άρθουρ Πεν και του Γκοντάρ. Ο Τσάπλιν θα πεθάνει σε ηλικία 88 ετών την ώρα που κοιμάται.

Ο Τσάπλιν και η κωμωδία

Είναι ίσιος ο μεγαλύτερος καλλιτέχνης αιώνα. Οι ηθοποιοί του προέρχονται από το λαϊκό θέαμα και τα εικονογραφημένα περιοδικά. Τη μέθοδό του( ιστορίες χωρίς αρχικό σενάριο) την παίρνει από την Κομέντια Ντελ Άρτε. Πειραματίζεται με τα γκάγκ προσέχοντας να είναι κατανοητά στο κοινό. Το καινούργιο που φέρνει είναι n σάτιρα και η κοινωνική κριτική μέσα ατό το Σαρλώ αλλά το κύριο κωμικό στοιχείο του που άγγιξε το μεγάλο κοινό, είναι n αξιοπρέπειά του. Ο Σαρλώ είναι ένας αλήτης που θέλει να δείχνει τζέντλεμαν. Αρχικά αυτό μοιάζει παράλογο αλλά αυτός είναι ο τρόπος, με τον οποίον επιβάλλει μέσα από τις ταινίες του με μενάλη μαεστρία τη

γελοιοποίηση των «ανάξιων σεβαστών προσώπων».

Ο ήρωας του Τσάπλιν δεν είναι η βεντέτα-κούκλα, αλλά ένας καταδιωκόμενος που αμύνεται, ένας άθελά του «εκτός νόμου» που αγγίζει τα απαγορευμένα, ένας ιδανικός αλλά αδέξια ερωτευμένος. «Είναι ο συναισθηματικός αναρχικός της κοινωνίας που δεν διανοήθηκε να προδώσει τις αρχές της» (Σωτήρης Δημητρίου, θεωρητικός κινηματογράφου).