Σκηνοθεσία: Παντελής Βούλγαρης -2013 160′
Παίζουν: Ανδρέας Κωνσταντίνου, Πηνελόπη Τσιλίκα, Σοφία Κόκκαλη, Αννέζα Παπαδοπούλου, Μάξιμος Μουμούρης
Πριν παραθέσω τη γνώμη μου για την ταινία του Παντελή Βούλγαρη, θα μου επιτρέψετε να κάνουμε μία σύμβαση προσέγγισης. Η ταινία και το βιβλίο βάσει του οποίου έχει γίνει το σενάριο είναι δύο διαφορετικά πράγματα, μη συγκρίσιμα. Ακόμα και αν ο σκηνοθέτης μας πει με ακρίβεια τι ακριβώς αποφάσισε να πάρει από την ταινία( τους χαρακτήρες, την εποχή, την υπόθεση, την ατμόσφαιρα ή οτιδήποτε άλλο) πάλι είναι πολύ δύσκολο να τα συγκρίνουμε. Απλώς, διότι είναι δύο διαφορετικά “κείμενα” που λειτουργούν με διαφορετικό τρόπο. Πάρτε, παραδείγματος χάριν, το πολύ απλό: ότι το βιβλίο 410 σελίδων μάλλον δεν πρόκειται να το διαβάσει κανείς μεμιάς αλλά θα το διακόψει κάμποσες φορές μέχρι να τελειώσει. Από την άλλη η ταινία είναι ένα συνεχόμενο φιλμικό “κείμενο” που διαρκεί για όση ώρα ρέει το φιλμ. Αν σταματήσουμε τη θέαση και φύγουμε από την αίθουσα δεν διακόπτουμε απλώς την ανάγνωσή της αλλά σταματάμε όλη τη διαδικασία συγκίνησης που λειτουργεί με διαφορετικό τρόπο στο σινεμά.
Μετά από αυτή τη σχετικά μεγάλη εισαγωγή, συνεχίζω με την κριτική μου για την ταινία του Παντελή Βούλγαρη χωρίς να με ενδιαφέρει τι γράφει το βιβλίο, πόσα κεφάλαια είναι αν είναι πιστή μεταφορά αλλά το προσεγγίζω με κινηματογραφικά κριτήρια.
Η ταινία είναι μία ηθογραφία της κοινωνίας της Άνδρου που τη δεκαετία του ’30 που ζούσε από τα χρήματα που έφερναν οι ναυτικοί-γαμπροί. Είναι κάτι που ο Παντελής Βούλγαρης ξέρει να κάνει καλά( Στις “Νύφες” ακόμα θυμάμαι τη σκηνή στο πλοίο που τις μεταφέρει στην Αμερική για να παντρευτούν). Έτσι και εδώ η φωτογραφία, τα σκηνικά, τα πλάνα( μέχρι και πλάνα της Άνδρου από ψηλά έχουν ενσωματωθεί) η μουσική επένδυση, η ηθοποιία είναι πολύ καλά.
Ο Παντελής χρησιμοποιεί εδώ και ένα απλό σύμβολο( το σκουριασμένο κουτάλι του γλυκού) που χαρίζει η Ορσα(Πηνελόπη Τσιλίκα) στον αγαπημένο της Σπύρο(Ανδρέας Κωνσταντίνου), με πολύ όμορφο τρόπο.
Γενικά τα πλάνα είναι μεγάλης ευαισθησίας και τρυφερότητας. Δεν υπάρχουν κακοί και καλοί ήρωες για το Βούλγαρη. Η συμπεριφορά της μάνας που παντρεύει τις κόρες της με κριτήρια κοινωνικής καταξίωσης των ανδρών τους( πρέπει να είναι όλοι φτασμένοι πλοίαρχοι πλοίων), χωρίς να την αφορούν τα συναισθήματα που έχουν οι κόρες της ( «Οχιά» την αποκαλεί η Μόσχα( Σοφία Κόκαλλη) η μία από τις κόρες της επειδή έδιωξε το δάσκαλο αγγλικών της γιατί την είχε ερωτευθεί), στο τέλος, μετά την αποκάλυψη του μυστικού της οικογένειας, δικαιολογείται.
Η ταινία στα πρώτα ΄40 λεπτά, μέχρι να φύγει ο Σπύρος με το πλοίο του ως υποπλοίαρχος, έχει λογοτεχνίζοντες διαλόγους. Μπορεί από τη μία να δικαιολογούνται μέχρι ένα σημείο στις πολύ όμορφες σκηνές των συναντήσεων του ζευγαριού στο γεφύρι( βουκολικό χωρικό στερεότυπο) – (λέει κάποια στιγμή η Ορσα στον Σπύρο “οι μυρωδιές του γιασεμιού είναι για το βράδυ” ) όμως η Μόσχα, μάλλον πιο απλή και γήινη από την Όρσα που κάνει πλάκα στην παραλία λέγοντας ότι οι κάτοικοί της ονομάζουν την Άνδρο “Μικρά Αγγλία” δεν δικαιολογείται δραματουργικά από τη μία να μιλάει ότι στον άνδρα της αρέσουν οι κεφτέδες και από την άλλη εξομολογούμενη στην Ορσα να λέει ότι “οι φλέβες του χεριού του είναι σαν το γεωφυσικό χάρτη του Ρίο Ντε Λα Πλάτα”.
Ολόκληρη η ταινία έχει μόνο δυο κρίσιμες σκηνές( σκηνές που τα γεγονότα είναι τόσο σημαντικά που προωθούν το μύθο μας και κεντρίζουν το ενδιαφέρον του θεατή). Η πρώτη είναι ο γάμος του Σπύρου με τη Μόσχα. Ο Σπύρος έχει μάθει ότι η Ορσα έχει παντρευτεί εκείνον που την προορίζει η μητέρα της Μίνα(πολύ καλή στο ρόλο της η Αννέζα Παπαδοπούλου). Θέλει να εκδικηθεί, θέλει να τιμωρήσει την αγαπημένη του επειδή του είχε πει ότι θα τον περιμένει; Δεν το μαθαίνουμε ποτέ. Ακούμε τις ερωτικές του περιπτύξεις με τη Μόσχα που θα του αποφέρουν και καρπούς απογόνων(θα αποκτήσει και παιδί μαζί της, με την Ορσα να υποφέρει ακούγοντάς τους από το κάτω πάτωμα). Ακολουθεί διήγηση περίπου 90 λεπτών για να οδηγηθούμε στη δεύτερη κρίσιμη σκηνή(το θάνατο του Σπύρου Μανταλπέ). Με τη σκηνή αυτή, μία από τις καλύτερες του Ελληνικού κινηματογράφου, “ξυπνάμε”απο τη σεναριακή κοιλιά των ηθογραφικών παραστάσεων του πώς περνάνε οι γυναίκες χωρίς άνδρες( σημειωτέον ότι η ταινία διαρκεί 160 λεπτά). Η δραματική κραυγή “Αγάπη μου” της Όρσα ακούγεσαι μαζί με τον ήχο και την εικόνα των μεγάλων κυμάτων που σπάνε στην ακτή με δύναμη όπως η οργή και η καταπίεση της Όρσα πάνω στην υποκρισία της οικογένειας. Όμως και μετά την αποκάλυψη του μυστικού ότι ο Σπύρος είχε ζητήσει πρώτος σε γάμο την Ορσα, δεν μαθαίνουμε τα αίτια της συμπεριφοράς του. Η Ορσα, μας μαθαίνει απλώς ότι μία φορά που μπόρεσαν να βρεθούν μόνοι τους, μετά από 15 χρόνια, είχαν και κάποιου είδους ερωτική επικοινωνία. Όχι μόνο δεν μας εξηγείται η συμπεριφορά του Σπύρου αλλά γίνεται και Εθνικός ήρωας μετά το θάνατό του. Δηλαδή περνάμε χωρίς λόγο από το κοινωνικό-ηθογραφικό και οικογενειακό επίπεδο της διήγησης όλης της ιστορίας, στο Εθνικό, Πατριωτικό.
Και για να γυρίσω στο αρχικό ερώτημα. Γιατί ο Σπύρος έκανε αυτή την κίνηση; Είναι το μεγάλο σεναριακό κενό της ταινίας. Πώς είναι δυνατόν να περάσουν 15 χρόνια χωρίς να τολμήσει να αγγίξει ή να επικοινωνήσει με την Ορσα;
Μπορεί όλα αυτά να είναι συμβατά με τη δομή του βιβλίου της Ιωάννας Καρυστιάνη όχι όμως για μια κινηματογραφική ταινία που θέλει να συγκινήσει το θεατή.
Πολλά λοιπόν ειναι πολύ καλά στην ταινία του Παντελή Βούλγαρη (ηθοποιία, σκηνικα, κουστούμια, φωτογραφία, η, πραγματικά, εκπληκτική μουσική της Κατερίνα Πολέμη) όμως συνολικά σου αφήνει ένα κενό που δεν σου επιτρέπει να την χαρακτηρίσεις πολύ καλή. Απλώς, μία καλοδουλεμένη ηθογραφία.