Μόνο οι εραστές μένουν ζωντανοί
Τζίμ Τζάρμους-ΗΠΑ-2013-123΄
Παίζουν: Τομ Χίντλεστον, Τίλντα Σουίντον, Τζων Χάρτ
«Ξέρεις ότι στη σελήνη υπάρχει ένα μουσικό μαγικό διαμάντι με μέγεθος νάνου που εκπέμπει μουσική σαν ένα γιγάντιο Κονγκ;»
(Η Εύα μιλώντας στον Αδάμ)
Να, λοιπόν, που ο Τζάρμους, χρησιμοποιώντας το γνωστό ρομαντικό-ειρωνικό ύφος του, με το εύρημα των πρωτόπλαστων Αδάμ και Εύα που είναι βαμπίρ και ζουν μέχρι σήμερα, τολμά να καταγράψει φιλμικά τη σχέση του με τον μέχρι τώρα πολιτισμό ειδικά τον μουσικό, την άποψή του γι’ αυτόν, τα συμπαντικά του επιστημονικά σχόλια –δάνεια από τον Αϊνστάιν («απόκοσμη σχέση από απόσταση» δύο ανθρώπων), με την αγάπη του για τη ροκ, το βινύλιο και ο, τι άλλο μυρίζει παλιό και κλασικό, «προσγειώνοντάς» τα σε ένα φιλμικό ταξίδι- κύκλο. Η ταινία ξεκινά με το ταξίδι της Εύας( Τίλντα Σουίντον- υπέροχη σαν φάντασμα χλωμή και αδύνατη φιγούρα) από την Ταγγέρη, μέσω Παρισιού, στο Ντιτρόίτ για να συναντήσει τον εραστή της Αδάμ(Τομ Χίντλεστον) και τελειώνει με την βεβιασμένη φυγή και των δύο από το Ντιτρόιτ στην Ταγγέρη μέσω Ισπανίας.
Μόνο ο Τζάρμους θα έβαζε τα βαμπίρ να πίνουν αίμα σε κολονάτα ποτήρια, στην πρώτη κιόλας σκηνή της ταινίας που η κάμερα από κάθετη θέση στριφογυρίζοντας 360 μοίρες σαν την βελόνα του πικ-απ μας γνωρίζει με τους ήρωές μας. Η Εύα προμηθεύεται καθαρό αίμα από ένα καταγώγιο της Ταγγέρης που ζει ο Κρίστοφερ Μάρλοου(Τζών Χάρτ, πάντα άνετος στους ρόλους του, ένας από τους μεγαλύτερους ηθοποιούς παγκοσμίως, όχι και πολύ γνωστός), ο οποίος είναι ο προμηθευτής της. Όλοι οι ήρωες του Τζάρμους είναι συμβολικά αρχέτυπα. Όπως οι πρωτόπλαστοι Αδάμ και η Εύα γνωστά πρόσωπα σε όλους, ο Μάρλοου είναι ο θεατρικός δραματουργός, πρόδρομος του Σαίξπηρ που έζησε τον 16ο αιώνα και αυτός, για τον οποίον ο Τζάρμους έχει δηλώσει ο, τι πιστεύει αυτό που μερικοί σύγχρονοι επιστήμονες υποστηρίζουν: ότι έγραψε τα έργα του Σαίξπηρ. Δαίδαλος( ο μυθικός ήρωας στον οποίον οφείλονται τα αρχέγονα αρχιτεκτονικά έργα) και Τζώρτζ Μπιουκάναν(ο σκωτσέζος παιδαγωγός ουμανιστής που έζησε και αυτός τον 16ο αιώνα, την ίδια περίοδο με τον Σαίξπηρ), είναι τα ονόματα με τα οποία η Εύα κλείνει τα αεροπορικά εισιτήρια της επιστροφής της με τον Αδάμ στην Ταγγέρη.
Ο Αδάμ είναι ένας παλιός ρόκερ που ζει στο στούντιο-σπίτι του, με κλειστές κουρτίνες, για να είναι μακριά από τα βλέμματα των θαυμαστών του, χαϊδεύοντας τις αγαπημένες του συλλεκτικές κιθάρες όπως τη Gipson του 1905. Σαν άλλος τυχοδιώκτης Φάουστ( έργο του Κρίστοφερ Μάρλοου) ή σαν doctor Strangelove( έμμεση αναφορά στον τρελό επιστήμονα της ταινίας του Κιούμπρικ «S.O.S. Πεντάγωνο-Μόσχα) προμηθεύεται το αναγκαίο προς ζωή αίμα από ένα νοσοκομείο.
Η κάμερα με τα αγαπημένα στον Τζάρμους παράλληλα τράβελινγκ στα κτήρια( έτσι ξεκινά και το υπέροχο «Down by Law») μας δείχνει τη μουντή, κατεστραμμένη και άδεια πλευρά του Ντιτρόιτ, την παρακμή( το εγκαταλειμμένο πια μέγαρο του Μίσιγκαν Θήατερ που έχει καταντήσει πάρκινγκ).
Ο Αδάμ, σαν άλλος Ντέιβις Θιουλιους στον «Γυμνό» του Μάικ Λη, σχολιάζει το παρελθόν και το μέλλον του πολιτισμού όχι όμως επιθετικά όπως ο Θιουλιους αλλά με μελαγχολική και ειρωνική διάθεση. Τα βαμπίρ είναι πιο ανθρώπινα από τα ζόμπι (τους ανθρώπους με τη μικρή ζωή τους) που φοβούνται ακόμα και τις φαντασιώσεις τους όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η Εύα. «Κυνήγησαν τον Πυθαγόρα, τον Κοπέρνικο, το Νεύτωνα και τώρα γκρινιάζουν και δεν μπορούν να αποδεχθούν ούτε το Δαρβίνο» λέει ο Αδάμ.
«Τι θαύμα είναι ο άνθρωπος» λέει ο Κρίστοφερ Μάρλοου στο φινάλε της ταινίας λίγο πριν πεθάνει και μπει στο στάδιο της ύπαρξης. Και απαντά ο Αδάμ: «Αυτή η πεμπτουσία της σκόνης;».
Ο Τζάρμους ενοποιεί το μουσικό χώρο- σύμπαν. Ενοποιεί την αγαπημένη του ψυχεδελική ροκ των White Hills στη σκηνή της μοναδικής εξόδου της Εύας και του Αδάμ στον «αληθινό κόσμο» του μπαρ, με το λυπητερό τραγούδι της Λιβανέζας τραγουδίστριας Γιασμίν στο φινάλε της ταινίας. Οι μάλλον μινιμαλιστικές μουσικές κιθαριστικές πινελιές μαζί με τα θανατερά παλ χρώματα δίνουν τον τόνο στη μελαγχολική ρομαντική ατμόσφαιρα.
Για τον Τζάρμους είναι αμφίβολο το μέλλον του πολιτισμού και των ζόμπι που τον καθορίζουν. Οι μόνοι που ίσως μπορούν να τον σώσουν είναι οι εραστές νεαροί Λιβανέζοι -ζόμπι και αυτοί; αυτή είναι η δική μου απορία- του βραδινού, στο φινάλε της ταινίας; – των οποίων τα βαμπίρ θα τους πιουν το αίμα για να σωθούν αλλά θα τους αντικαταστήσουν με άλλους.
Αυτό είναι ένα από τα προβλήματα της ταινίας. Το αμήχανο τέλος. Σαν να μην ξέρει ο Τζάρμους πώς να την τελειώσει.
Επικεντρώνεται στο ύφος, στην ατμόσφαιρα, στην κίνηση της κάμερας που είναι πολύ καλή, στο ρόλο της μουσικής, στην διάταξη των προσωπικών φετίχ(κιθάρες, βινύλια κ.α.) στα πρόσωπα των ηρώων του, όμως δεν έχει την ίδια μαεστρία με το σενάριο.
Μη γραμμικό, σαν παιχνίδι αναπάντεχου, στη σκηνή που την Εύα και τον Αδάμ επισκέπτεται η αδελφή, μας μειώνει το ενδιαφέρον.
Αυτά είναι και τα στοιχεία που περιορίζουν την ταινία σε ένα καλό δείγμα του ανεξάρτητου σινεμά που πραγματοποιεί ο Αμερικάνος σκηνοθέτης.