Before Midnight
Σκηνοθεσία: Ρίτσαρντ Ηνγκλετιέρ
«Οι γυναίκες εξερευνούν αέναα στον αχανή κήπο της θυσίας»
Το λέει στην σκηνή του δωματίου, η Σελίν, αναφέροντας ότι είναι γραμμένο σε μαγνητάκι ψυγείου.
Η Σελίν(Ζυλίν Ντελμπί) και ο Τζέσι( Ηθαν Χώκ) επιστρέφουν σε χωριό της Πελοποννήσου, για να περάσουν την τελευταία τους ημέρα στην Ελλάδα. Η Ελλάδα είναι ο χώρος των γεμιστών ντοματών και πιπεριών, του ωραίου ηλιοβασιλέματος, των βυζαντινών μνημείων, του καλού κρασιού και της καλής και φιλόξενης παρέας. Προσεγγίζεται από τον Ηνκλετιέρ μάλλον φολκλρορικά.
H ταινία είναι μία δραμεντί διαλόγου. Θυμίζει τις ταινίες του Ρομέρ όμως εδώ οι ήρωες δεν παίρνουν ανάσα και μιλάνε ακατάπαυστα ούτε εμείς μέχρι να συνηθίσουμε το ρυθμό της ταινίας( ιδιαίτερα στη σκηνή του αυτοκινήτου) προλαβαίνουμε να παρακολουθήσουμε αυτά που λέγονται. Ειδικά η Σελίν δεν «αφήνει τίποτα να πέσει κάτω»- ακόμα και την ώρα που το ζευγάρι κοιτά το τελευταίο λεπτό πριν ο ήλιος χαθεί πίσω από τον ορίζοντα, σχολιάζει αυτό που βλέπουμε.
Η Σελίν(Ζυλί Ντελμπί), μετά από 18 χρόνια σχέσης με τον Τζέσι(Ηθαν Χώκ), σαράντα ετών πια, συνεχώς γκρινιάζει. Αμφισβητεί συνέχεια ότι ο Τζέσι την αγαπά, κάνοντας του –τις κλασικές- ασκήσεις μνήμης. Τι έγινε το 2000 τον ρωτά στην…; Εκείνος απαντά σωστά και περνάει τις εξετάσεις. . Ο Τζέσι πρέπει να αποδείξει ότι δεν είναι ελέφαντας. Ότι δεν θέλει κατά βάθος να βρει μια χαζογκόμενα, ότι δεν κοιτάζει τις γυναίκες, ότι δεν κοιμήθηκε με τη θαυμάστριά του που του έστειλε ένα θερμό e-mail κ.α. Η Σελίν έχει το φόβο της νοικοκυράς. Σχεδόν κατηγορεί τον Τζέσι για πράγματα που δεν ισχύουν. Ότι θέλει να μετακομίσουν από το Παρίσι στην Νέα Υόρκη που μένει ο γιός του, με την πρώην γυναίκα του.
Ως σύγχρονη γυναίκα, από τη μία πρέπει να είναι γκόμενα, σύζυγος, καλή μητέρα για τα δύο παιδιά της αλλά θέλει και να κάνει καριέρα, αποδεχόμενη μια δουλειά με καλά χρήματα. Όμως βιώνει την –κλασική και αυτή- αντίφαση. Από τη μία λέει στον Τζέσι ότι θέλει περισσότερο χρόνο για τον εαυτό της, όμως από την άλλη δεν τον αφήνει να αναλάβει κάποια πράγματα των παιδιών διότι πιστεύει ότι δεν θα τα καταφέρει.
Η ταινία ουσιαστικά είναι τέσσερις μεγάλες σκηνές. Στην πρώτη που βλέπουμε τους ήρωες από τη μεριά του καπό του αυτοκινήτου τους εν κινήσει, η οποία κρατάει περίπου 12 λεπτά, μαθαίνουμε τα βασικά για το ζευγάρι μας. Από τη σκηνή αυτή στήνεται από τον Ηνκετιέρ η ατμόσφαιρα της γρίνιας, σαν ωρολογιακή βόμβα που θα εκτοξεύσει στο σύμπαν τη μόνιμα υποβόσκουσα υστερία της Σελίν, η οποία όμως δεν εκδηλώνεται ποτέ. Απλώς κορυφώνεται στην προ-τελευταία σκηνή, εκείνη του δωματίου που παρότι κρατάει 30 ολόκληρα λεπτά δεν μας αφήνει να πάρουμε ανάσα. Εκεί η γκρίνια μετατρέπεται σε καυγά που καταλήγει σε έναν από τους χωρισμούς του ζευγαριού που προφανώς θα έχει επαναληφθεί.
Ο Τζέσι ρωτά από τη μεριά του: Γιατί προσπαθούν οι γυναίκες να αλλάξουν έναν άνδρα; Είναι σαν να τσατίζονται με ένα βάτραχο επειδή είναι πράσινος.
[…] Θες να ζεις μέσα σε ένα παραμύθι. Είσαι κοριτσάκι. Αυτή είναι η αλήθεια.
Η Σελίν ξεσκεπάζει την σεξουαλικό κομφορμισμό του Τζέσι: Και εσύ κάνεις έρωτα με τον ίδιο τρόπο κάθε φορά. Φιλάκι(Κις, κις) Βυζάκι(τσίκι, τσίκι), μουνάκι.
Η καλύτερη σκηνή της ταινίας είναι η τελευταία. Ενώ η Γυναίκα μάταια προσπαθεί να πάρει δυνάμεις για να συνεχίσει τη σχέση με τον άνδρα προστρέχοντας στο παρελθόν που προφανώς ήταν πιο ερωτευμένοι, αναπολώντας «το χαμένο παράδεισο του παραθυμιού του πρώτου διαστήματος που ό έρωτας στο ζευγάρι είναι δυνατός», ο Άνδρας- συγγραφέας εδώ- πηγαίνει 40 χρόνια μπροστά, στο μέλλον και «ρίχνει» για άλλη μια φορά τη Γυναίκα- σύντροφο διαβάζοντας της μία δική της επιστολή, προφανώς γραμμένη από τον ίδιον, στα 80 της χρόνια, με την οποία προσεγγίζει τη συγκεκριμένη βραδιά στην Πελοπόννησο, που το ζευγάρι θα περάσει μία από τις καλύτερες νύχτες της ζωής του, μια σεξουαλική εμπειρία που δεν έχει ζήσει ξανά, δίπλα στα νερά του …
Το τέλος της ταινίας κλείνει τη φάση της κρίσης στη σχέση των ηρώων και ανοίγει ένα παράθυρο για ακόμα μία «στροφή» της ερωτικής τους συμβίωσης που έτσι και αλλιώς είναι δύσκολη σε κάθε περίπτωση και χρειάζεται προσπάθεια για να προχωρά. Αυτό που δεν διαθέτουμε συνήθως στη ζωή μας, για αυτό και ο καθένας τραβά το δρόμο του, με τις πρώτες δυσκολίες.